
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟ
Πάμε κατευθείαν στο ζουμί… Το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου θα εμφανιστείτε στο Chiliomodi Rock Fest στο ανοιχτό θέατρο «Ειρήνη Παπά» στο Χιλιομόδι Κορινθίας, στον τόπο δηλαδή όπου όλα ξεκίνησαν για την μπάντα. Καταλαβαίνουμε σωστά πως αυτό είναι ένα festival που το διοργανώνουν οι 1000mods; Πώς προέκυψε η ιδέα;
Ναι, η αλήθεια είναι ότι επιστρέφουμε στο χωριό μετά από αρκετά χρόνια. Πριν από περίπου δώδεκα χρόνια είχαμε κάνει το τελευταίο μας live εκεί, και όσοι το θυμούνται και είχαν έρθει νομίζω ότι μπορούν να πουν πως ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Το θέατρο «Ειρήνη Παπά» φυσικά έχει από μόνο του ένα πολύ βαρύ όνομα. Εμείς μεγαλώσαμε έχοντας ως πρότυπο την ίδια την Ειρήνη Παπά και γνωρίζοντας την τεράστια παρακαταθήκη που άφησε πίσω της. Το να παίξουμε ξανά στο χωριό είναι κάτι που συζητάμε με τα παιδιά εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Βέβαια, έχουμε παίξει πολλές φορές στο Χιλιομόδι στο παρελθόν, είτε ως 1000mods είτε με άλλα ονόματα, ακόμα και σε τελείως αυθόρμητα τζαμαρίσματα.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, κάπου στα μέσα των zeros, να έχουμε στήσει με κάτι παιδιά στον λόφο του Νικηταρά, ακριβώς πάνω από εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το θέατρο, και απλώς να τζαμάρουμε. Οπότε ανυπομονούμε πραγματικά γι’ αυτό το live. Το λέγαμε χρόνια ότι θέλουμε κάποια στιγμή να επιστρέψουμε και να κάνουμε κάτι στον τόπο μας. Κατά καιρούς είχαμε διάφορες ιδέες, αλλά παρέμεναν περισσότερο στα χαρτιά. Όταν αρχίσαμε να βλέπουμε το θέατρο να φτιάχνεται και να παίρνει σιγά σιγά την τελική του μορφή, αρχίσαμε κι εμείς να επεξεργαζόμαστε πιο σοβαρά την ιδέα να κάνουμε κάτι εκεί. Δυστυχώς, λίγο μετά την ολοκλήρωσή του έφυγε από τη ζωή η Ειρήνη Παπά, οπότε για εμάς όλο αυτό απέκτησε και μια ακόμα μεγαλύτερη συναισθηματική βαρύτητα.
Όταν μιλήσατε εκεί με τους υπευθύνους του θεάτρου και του χωριού, πώς αντιμετώπισαν την ιδέα; Γνωρίζουνε ποιοι είστε και τι κάνετε;
Ναι, πάνω-κάτω μας ξέρουν και γνωρίζουν τι κάνουμε, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, έστω και σαν όνομα. Εντάξει, τώρα αν μας ακούνε κιόλας δεν ξέρω! (γέλια) Η αλήθεια είναι ότι πέρασε ένα διάστημα μέχρι να καταφέρουμε να το προχωρήσουμε, αλλά αυτό είχε να κάνει περισσότερο με διαδικαστικά και γραφειοκρατικά ζητήματα. Μιλάμε άλλωστε για ένα σχετικά καινούργιο θέατρο και υπήρχαν πράγματα που έπρεπε να μπουν σε μια σειρά μέχρι να μπορέσουμε να οργανώσουμε κάτι τέτοιο εκεί. Από την άλλη, νομίζω ότι έχει σημασία και κάτι ευρύτερο.
Το rock και το metal στην Ελλάδα έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μια πολύ δυνατή παρουσία. Έχουν διεκδικήσει και, σε μεγάλο βαθμό, έχουν καταφέρει να πάρουν τον χώρο που τους αναλογεί. Υπάρχουν πλέον πολλές μπάντες, συναυλίες, festival και ένας κόσμος που στηρίζει όλο αυτό πολύ ενεργά. Και μαζί με τη μουσική ακούγεται πιο δυνατά και μια διαφορετική πρόταση —ή αντιπρόταση, αν θέλεις— κουλτούρας και, πολλές φορές, αντικουλτούρας. Οπότε θεωρώ σημαντικό ότι αυτή η μουσική μπορεί πλέον να βρίσκει τον δρόμο της και σε χώρους σαν το θέατρο «Ειρήνη Παπά» και να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί έξω από τα μέρη στα οποία παραδοσιακά την είχαμε συνηθίσει. Για εμάς έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία επειδή αυτό συμβαίνει στον τόπο από τον οποίο ξεκινήσαμε.

Είναι επιθυμία σας να πραγματοποιείτε κάθε χρόνο το Chiliomodi Rock Fest; Πόσο θέλετε να μεγαλώσει αυτή η ιδέα που ξεκινά φέτος τον Σεπτέμβρη;
Δεν χρειάζεται ούτε να προτρέχουμε ούτε να βιαζόμαστε και να κάνουμε μεγάλα, μεγαλόπνοα σχέδια. Σκοπός αυτή τη στιγμή είναι να ζήσουμε αυτό που πρόκειται να συμβεί και να το χαρούμε. Ό,τι είναι να γίνει στο μέλλον, θα το δούμε τότε και θα εξετάσουμε και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει. Σε έναν βαθμό, άλλωστε, ο ίδιος ο κόσμος, η τοπική αλλά και η ευρύτερη κοινωνία, θα αποφασίσει αν υπάρχει λόγος να ξαναγίνει, αν υπάρχει η ανάγκη και η δυνατότητα να συνεχιστεί και να δοθεί χώρος και σε ακόμα περισσότερες μπάντες. Είχαμε και έχουμε αρκετές ιδέες για το πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί, αλλά αυτή η πρώτη φορά είναι αρκετά δοκιμαστική. Είναι ένα beta version, αν μου επιτρέπεται η έκφραση. (γέλια)
Τα αρχικά μας σχέδια ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά στην πορεία συναντήσαμε και πρακτικούς περιορισμούς. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να δούμε κατά πόσο μπορεί να τα υποστηρίξει η περιοχή σε μεγαλύτερη κλίμακα, από διαμονές μέχρι διάφορα οργανωτικά ζητήματα. Παράλληλα, εμείς αυτή την περίοδο έχουμε πολύ μεγάλο φόρτο. Επιστρέψαμε από το καλοκαιρινό tour, σε λίγο ξαναφεύγουμε και, επειδή όλο αυτό το τρέχουμε ουσιαστικά μόνοι μας, αποφασίσαμε η πρώτη διοργάνωση να είναι κάτι πιο condensed: περιεκτικό, συμπυκνωμένο και όσο γίνεται πιο σωστά οργανωμένο. Οπότε, ένα βήμα τη φορά. Η επόμενη μέρα θα δείξει. Προς το παρόν, να είμαστε καλά την Κυριακή! (γέλια)
Τις τέσσερις μπάντες που θα εμφανιστούν πριν από εσάς, με ποιο κριτήριο τις διαλέξατε; Τι βλέπετε σε κάθε μια από αυτές ώστε να θέλετε να μοιραστείτε το σανίδι μαζί τους;
Νομίζω ότι είναι λίγο-πολύ φανερό με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή. Μακάρι να μπορούσαμε να βάλουμε και περισσότερες μπάντες, αλλά προφανώς παίζουν ρόλο και η διαθεσιμότητα των παιδιών και οι σχέσεις που έχουμε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια. Με κάποια από τα παιδιά γνωριζόμαστε πραγματικά από την πρώτη μέρα. Τους Drunk Jackals, για παράδειγμα, τους ξέρουμε άπειρα χρόνια, είναι locals, rockers, το χτίζουν βήμα-βήμα και βλέπουμε ότι το πάνε πολύ καλά. Με τους Sadhus επίσης γνωριζόμαστε χρόνια, και σαν μουσικοί και σαν άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει και με τους Frenzee αλλά και με τους Grim Rhythm από τη Μελβούρνη.
Θέλαμε όμως και το ίδιο το line-up να μην είναι μονοδιάστατο. Να παρεκκλίνει λίγο από είδος σε είδος και να έχει διαφορετικά πράγματα μέσα: από sludge και metal μέχρι rock ‘n’ roll, garage και high-energy rock, αλλά και punk και hardcore. Δεν θέλαμε δηλαδή πέντε μπάντες που να κάνουν πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Μας αρέσει περισσότερο η ιδέα να υπάρχουν διαφορετικές εκφάνσεις αυτής της μουσικής και αυτής της σκηνής μέσα στην ίδια μέρα. Από εκεί και πέρα, με όλα αυτά τα παιδιά έχουμε συνεργαστεί είτε άμεσα είτε έμμεσα, έχουμε παίξει μαζί, με κάποιους έχουμε φύγει και περιοδείες, γνωρίζουμε ακόμα και τους τεχνικούς τους. Ξέρουμε λοιπόν ότι υπάρχει ένας κοινός τρόπος σκέψης και ότι μπορούμε να συνεργαστούμε όμορφα. Και αυτό, στο τέλος της ημέρας, είναι ίσως το βασικότερο κριτήριο για εμάς: συνεργασία, αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια και αλληλοκατανόηση. Γιατί έτσι κι αλλιώς στα live ο ένας πηγαίνει να δει τον άλλον. Είτε είναι μικρά είτε μεγάλα, βρισκόμαστε από κάτω σαν θεατές και σαν οπαδοί, πίνουμε τις μπίρες μας και περνάμε καλά παρέα. Οπότε γιατί να μην κάνουμε ακριβώς το ίδιο και στο χωριό; Αυτό είναι λίγο το mentality πίσω από το line-up.

Το Χιλιομόδι πόση ώρα είναι με το αυτοκίνητο από την Αθήνα; Για όσους δεν έχουν ξαναέρθει μέχρι εκεί, το ανοιχτό θέατρο «Ειρήνη Παππά» είναι μέσα στο χωριό;
Κοίτα, τα τελευταία χρόνια εκεί στον Ασπρόπυργο μπουκώνει λίγο η κατάσταση. (γέλια) Παλιά λέγαμε μία ώρα και ένα τέταρτο από την Αθήνα, τώρα μπορεί να σου πάρει και λίγο παραπάνω. Πέρα από την πλάκα όμως, η πρόσβαση είναι πολύ εύκολη. Μιλάμε για περίπου 100 χιλιόμετρα από την Αθήνα και το Χιλιομόδι βρίσκεται πάνω στην παλιά Εθνική Κορίνθου–Άργους. Από την Κόρινθο είναι περίπου 20 λεπτά με το αυτοκίνητο. Το θέατρο «Ειρήνη Παπά» δεν είναι ακριβώς μέσα στο κέντρο του χωριού. Είναι προς το δάσος, αλλά οι αποστάσεις εκεί είναι αστείες. Από το κέντρο του Χιλιομοδίου σε λίγα λεπτά είσαι στο θέατρο και, αν συνεχίσεις προς τα πάνω, σε άλλο ένα τέταρτο περίπου βρίσκεσαι μέσα στο δάσος. Οπότε δεν είναι κάποια εκδρομή στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Έρχεσαι πολύ εύκολα από Αθήνα, είσαι δίπλα στην Κόρινθο και ταυτόχρονα το θέατρο βρίσκεται σε ένα πολύ όμορφο σημείο προς το δάσος.

Έχετε παίξει live σε όλο τον πλανήτη και οι εμπειρίες σας είναι και πολύτιμες. Ποια είναι τα πράγματα που ορίζουν μια πραγματική καλή διοργάνωση για τους μουσικούς αλλά και για τον κόσμο που έρχεται να απολαύσει μουσικές και συγκροτήματα;
Είναι ωραία ερώτηση αυτή, γιατί νομίζω ότι είναι κάτι που καλό είναι να το επικοινωνούμε περισσότερο. Εμείς, άλλωστε, δεν είμαστε διοργανωτές. Είμαστε μια μπάντα που ταξιδεύει και παίζει live, οπότε αναπόφευκτα όλα αυτά τα βλέπουμε πρώτα από τη μεριά του καλλιτέχνη. Για μένα, λοιπόν, μια πραγματικά καλή διοργάνωση ξεκινάει από τον σεβασμό προς όλους τους ανθρώπους που έρχονται εκεί για να δουλέψουν. Και όταν λέω όλους, εννοώ όλους. Αυτόν που τραγουδάει ή παίζει κιθάρα, αλλά και αυτόν που κουρδίζει την κιθάρα, τους τεχνικούς, τους ηχολήπτες, τα φώτα, το crew, αυτούς που κουβαλάνε, που στήνουν και ξεστήνουν, τους ανθρώπους στα bar κλπ κλπ. Όλοι αυτοί μαζί είναι ένας οργανισμός που δουλεύει πυρετωδώς για κάποιες ώρες ώστε τελικά να πραγματοποιηθεί αυτό που βλέπει ο κόσμος πάνω στη σκηνή. Και αυτό πολλές φορές το ξεχνάμε. Έχουμε βρεθεί σε πάρα πολλές διοργανώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχουμε δει και τις δύο πλευρές. Υπάρχουν διοργανώσεις που πραγματικά εκτιμούν τους ανθρώπους που βρίσκονται behind the scenes και καταλαβαίνουν πόση δουλειά χρειάζεται για να φτάσει μια μπάντα εκεί, να ταξιδέψει, να στήσει, να κάνει soundcheck, να παίξει και μετά να τα μαζέψει όλα και να φύγει για την επόμενη πόλη. Όλο αυτό είναι ένας κυκεώνας. Δεν είναι απλώς οι δύο ώρες που βλέπεις μια μπάντα πάνω στη σκηνή.
Από την άλλη, φυσικά υπάρχει και ο κόσμος. Θέλεις να έχει εύκολη πρόσβαση, να υπάρχουν τα βασικά πράγματα που χρειάζεται και να μην ταλαιπωρείται χωρίς λόγο. Στη δική μας περίπτωση είναι και ένα πείραμα, γιατί είναι η πρώτη φορά που γίνεται εκεί κάτι τέτοιου μεγέθους και τέτοιου χαρακτήρα. Οπότε θα υπάρξουν πράγματα που θα τα μάθουμε και στην πράξη. Από τη δική μας πλευρά θα προσπαθήσουμε όσο μπορούμε να λειτουργήσει σωστά. Υπάρχει όμως και μια κοινή ευθύνη. Και ο κόσμος πρέπει να σέβεται τον χώρο, το περιβάλλον και τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα του. Να καταλαβαίνει ότι μπορεί να υπάρχουν μικρά παιδιά, μεγαλύτεροι άνθρωποι ή άνθρωποι με κινητικές δυσκολίες. Και, ναι, καμιά φορά μπορεί να χρειαστεί να περπατήσεις και λίγο παραπάνω ή να μην είναι τα πάντα ακριβώς όπως θα τα ήθελες. Ένα festival είναι μια μικρή κοινωνία για κάποιες ώρες και, κατά τη γνώμη μου, έτσι πρέπει να το αντιμετωπίζουμε. Έχουμε ζήσει γαμάτες διοργανώσεις όπου κάτι δεν λειτούργησε με το κοινό, έχουμε ζήσει το ανάποδο, αλλά έχουμε ζήσει και live όπου έχουν πάει στραβά χίλια πράγματα και ξαφνικά συμβαίνει μια υπέρβαση. Βγαίνει η μπάντα, ο κόσμος είναι εκεί και για δύο ώρες υπάρχει μια κοινή αποδοχή του «εδώ είμαστε τώρα, αυτό κάνουμε και το ζούμε όλοι μαζί». Και τότε μπορεί για λίγο να μη σε νοιάζει το δεύτερο, το τρίτο ή το τέταρτο πράγμα που πήγε στραβά. Οπότε είναι πολύ πολυπαραγοντικό το τι κάνει μια διοργάνωση πραγματικά καλή. Για μένα όμως ξεκινάει από τον πρώτο άνθρωπο που θα πατήσει το πόδι του στον χώρο για να περάσει το πρώτο καλώδιο και τελειώνει με τον τελευταίο που θα φύγει αφού τα έχουν ξεστήσει όλα. Είναι τεράστια παραγωγή και τεράστιο challenge να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Αυτό τουλάχιστον θέλουμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε κι εμείς, βλέποντάς το πρώτα σαν μπάντα και σαν άνθρωποι που έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια και από την άλλη πλευρά της σκηνής.
Το 2024 εμφανίσατε το εξαιρετικό από κάθε πλευρά “Cheat Death” album. Πώς είδατε να λειτουργεί το περιεχόμενό του στις περιοδείες εκτός των συνόρων; Ποια τραγούδια του δίσκου κάνουν το μεγαλύτερο γκελ στον κόσμο;
Ναι, τώρα κλείνουμε σχεδόν δύο χρόνια στον δρόμο, περιοδεύοντας όχι αποκλειστικά για το “Cheat Death”, αλλά προφανώς κυρίως με αφορμή αυτό. Και επειδή όλο αυτό το touring cycle έχει σπάσει σε πολλές διαφορετικές περιοδείες, είχαμε την ευκαιρία να δοκιμάσουμε αρκετά κομμάτια του δίσκου live και σε πολύ διαφορετικά κοινά. Κάποια βλέπεις ότι έχουν μεγαλύτερη και πιο άμεση απήχηση, κάποια άλλα λειτουργούν διαφορετικά, ενώ υπάρχουν και τραγούδια που εξαρτώνται πάρα πολύ από το κοινό που έχεις απέναντί σου και από το πώς έχει αγκαλιάσει συνολικά τον δίσκο. Το “Overthrown”, για παράδειγμα, λειτουργεί πάρα πολύ καλά, όπως και το “The One Who Keeps Me Down” και το “Götzen Hammer”. Υπάρχουν μετά και πιο ατμοσφαιρικά πράγματα που μπορεί να λειτουργήσουν εντελώς διαφορετικά ανάλογα με το κοινό και τη συγκεκριμένη βραδιά. Το “Speedhead” επίσης είναι πολύ ωραίο live, γιατί έχει αυτό το straight-forward, high-energy rock ‘n’ roll vibe, που παραπέμπει και λίγο σε Motörhead και λειτουργεί σχεδόν σαν ένας μικρός φόρος τιμής σε αυτή την πλευρά της μουσικής που αγαπάμε. Γενικά είναι ενδιαφέρον, γιατί μετά από τόσο καιρό στον δρόμο αρχίζεις να βλέπεις τα τραγούδια να αποκτούν τη δική τους ζωή έξω από τον δίσκο. Άλλα μπορεί να περίμενες ότι θα λειτουργήσουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο και τελικά να σε εκπλήσσουν, ενώ άλλα αλλάζουν εντελώς ανάλογα με το πού βρίσκεσαι και ποιον έχεις απέναντί σου.
Εσείς, από το “Cheat Death”, ποια 3 τραγούδια γουστάρετε τη ζωή σας όταν τα βαράτε live και για ποιον λόγο;
Θα πω “Overthrown”, “Misery” και “Speedhead”. Στα δύο πρώτα πειραματιστήκαμε πάρα πολύ μεταξύ μας. Θέλαμε να βγάλουμε μια Sabbath-ίλα, αλλά όχι απλώς να κάνουμε κάτι που να θυμίζει Sabbath. Μας ενδιέφερε περισσότερο αυτή η proto-metal Raw τραχύτητα, το σημείο δηλαδή όπου άρχισε να γεννιέται το heaviness μέσα στα ’70s. Και φυσικά εκεί μέσα υπάρχουν πολλά πράγματα που έχουμε ακούσει και αγαπήσει όλα αυτά τα χρόνια: από Sabbath και Purple μέχρι Sir Lord Baltimore, Pentagram, Bang κτλ., αλλά και πράγματα που ακολούθησαν προς τα τέλη των ’70s και τις αρχές των ’80s, το NWOBHM, Priest, Maiden, Mercyful Fate, ακόμα και πολύ early Metallica ή Slayer. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια πιο γνωστά ονόματα, γιατί αν αρχίσουμε να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες δεν θα τελειώσουμε ποτέ. (γέλια)
Αλλά όλο αυτό προσπαθήσαμε να το περάσουμε μέσα από τη δική μας ταυτότητα και να το ενορχηστρώσουμε με τον δικό μας τρόπο. Άλλωστε αυτή τη μουσική την ακούμε από πιτσιρίκια. Από το δημοτικό ακούγαμε rock και heavy metal, οπότε καμιά φορά αναπόφευκτα επιστρέφεις στις ρίζες σου. Για κάποιους οι ρίζες είναι η παραδοσιακή μουσική του τόπου τους. Ε, οι δικές μας είναι οι Black Sabbath. Οπότε κι εμείς με το “Cheat Death” επιστρέψαμε λίγο στην παραδοσιακή μουσική… του Birmingham! (γέλια)
Το “Speedhead” από την άλλη είναι πιο άμεσο, ας πούμε, κλέβει ελάχιστα την αλήθεια του ωμού ήχου του heavy garage, punk στα ‘70s. Είναι ένα σχετικά απλό κομμάτι, αλλά έχει αυτό το drum beat και αυτή την αίσθηση των Motörhead, περασμένη φυσικά μέσα από το δικό μας φίλτρο. Έχει έναν πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα και είναι από αυτά που χαίρεσαι να τα βαράς πάνω στη σκηνή. Και επειδή μου ζητάς τρία, θα σταματήσω εκεί, αλλά θα κλέψω λίγο και θα αναφέρω και το “Grey, Green Blues”. Είναι ένα κομμάτι που προσωπικά μου αρέσει πάρα πολύ. Έχει hard rock, heavy rock, blues και ψυχεδέλεια, πολλές ’60s και ’70s καταβολές, είναι bluesy, είναι spacey, ethereal, λίγο psychedelic, έχει λίγο απ’ όλα. Νομίζω ότι μας εκφράζει πολύ και γενικότερα μας αρέσει αυτή η λογική των μεγάλων, πιο ανοιχτών και jam-αριστών κομματιών. Δεν του έχουμε δώσει πολλές ευκαιρίες live -νομίζω το έχουμε παίξει μόνο μία φορά- αλλά θα ήθελα πολύ να το ξαναβάλουμε κάποια στιγμή στο set.
Σχέδια υπάρχουν για τον διάδοχο του “Cheat Death” ή ακόμα είναι νωρίς;
Υπάρχει σίγουρα στο πίσω μέρος του μυαλού μας, απλώς αυτή τη στιγμή δεν προλαβαίνουμε με την καμία! (γέλια) Πρέπει πρώτα απ’ όλα να βρούμε τον χρόνο για να μαζευτούμε και να ασχοληθούμε σοβαρά με αυτό. Υλικό πάντως υπάρχει. Έχουν μείνει αρκετές ιδέες από τα session του “Cheat Death”, υπάρχουν πράγματα που προέκυψαν μετά και φυσικά συνεχώς γεννιούνται καινούργια. Άνθρωποι είμαστε, μουσικοί είμαστε· όταν πιάνεις το όργανο, ακόμα κι αν είναι απλώς για practice, μπορεί ξαφνικά να βγει ένα riff ή μια ιδέα. Μπορεί να τζαμάρεις λίγο και να προκύψει ένα θέμα που αξίζει να το κρατήσεις. Έτσι έχουμε ήδη μαζέψει διάφορα πράγματα, από riff και θέματα μέχρι πιο ολοκληρωμένα τζαμαρίσματα. Από την άλλη, έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από την περίοδο της προπαραγωγής του “Cheat Death”, οπότε σιγά σιγά θεωρώ ότι πρέπει να αρχίσουμε να μαζευόμαστε ξανά. Και το έχουμε ανάγκη κι εμείς οι ίδιοι και γι’ αυτό λέω πρέπει, επειδή η ανάγκη και η επιθυμία ορίζει το ίδιο το πλαίσιο του «καθήκοντος» και του «χρέους» απέναντι σε σένα, πρώτα απ’ όλα σαν δημιουργό και έπειτα στους υπόλοιπους. Όταν περιοδεύεις τόσο πολύ με έναν δίσκο, κάποια στιγμή -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχεις βαρεθεί τα τραγούδια- αρχίζεις να νιώθεις ότι θέλεις να παίξεις κάτι καινούργιο, να δοκιμάσεις άλλες ιδέες και να δεις προς τα πού μπορεί να πάει η μπάντα από εδώ και πέρα. Οπότε διάδοχος θα υπάρξει. Το πότε ακριβώς, δεν μπορώ ακόμα να το πω. Ελπίζω σύντομα. Προς το παρόν υπάρχουν οι ιδέες και, κυρίως, υπάρχει ήδη η ανάγκη να αρχίσουμε να δημιουργούμε ξανά.
Πριν ξεκινήσει το ταξίδι των 1000mods, ποιες μπάντες είχατε δει στη σκηνή, έπεσε το σαγόνι στο πάτωμα και είπατε, «ορίστε, ρε φίλε, αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»;
Είναι πολλές και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις, γιατί αυτές οι εικόνες έχουν μαζευτεί από πολύ μικρή ηλικία και στην πορεία των χρόνων. Αν πρέπει να πω ενδεικτικά κάποιες, σίγουρα Maiden, Sabbath, Motörhead, Metallica, Iggy, QOTSA, Magnet, Clutch, Mastodon, Slipknot, από τα πιο κλασικά μεγαθήρια που αγαπούσαμε και εξακολουθούμε να αγαπάμε. Θα έβαζα όμως και τους Socrates μέσα, οπωσδήποτε. Και γενικά είχαμε την τύχη να βλέπουμε live από πιτσιρίκια ακόμα και ελληνόφωνο, βλέπε Τρύπες κλπ κλπ. Ο Λάμπρος, για παράδειγμα, πρέπει να ήταν γύρω στα 9-10 όταν είχε δει Rolling Stones! (γέλια) Ο Δάνης το ίδιο με Maiden κλπ κλπ. Οπότε υπήρχαν από πολύ νωρίς τέτοιες εικόνες μέσα στο κεφάλι μας: μεγάλες μπάντες, δυνατές συναυλίες, αυτό το πράγμα που συμβαίνει όταν ανεβαίνει ένα συγκρότημα στη σκηνή και ξαφνικά δημιουργείται ένας ολόκληρος κόσμος μπροστά σου. Νομίζω ότι όλα αυτά, λίγο-πολύ, μας έκαναν να θέλουμε κι εμείς κάποια στιγμή να βρεθούμε από την άλλη πλευρά.

Οι 1000mods πολλά χρόνια τώρα ζούνε σε αεροδρόμια, σε van που καταπίνουν χιλιόμετρα και επάνω στη σκηνή. Όταν ένας μουσικός περιοδεύει και παίζει live τόσο συχνά όσο εσείς, πόσα από αυτά που συμβαίνουν στην υπόλοιπη ανηφόρα της ζωής, πόσες προσωπικές δοκιμασίες πρέπει να βάλει στην άκρη για να ανταπεξέλθει;
Αυτό τώρα είναι ερώτημα ολόκληρης ζωής. (γέλια) Υπάρχει σίγουρα ένα suffering όταν αποφασίζεις να μπεις σε αυτή την κατάσταση και να κυνηγήσεις αυτό το πράγμα. Πόσο μάλλον όταν ξεκινάς από την Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερα ανεπτυγμένη κουλτούρα από touring bands που να μπορούν να το κάνουν αυτό σε μόνιμη βάση και, ουσιαστικά, δεν υπάρχει κάποια βοήθεια από πουθενά. Στο τέλος είσαι εσύ, οι άνθρωποι που έχεις γύρω σου και οι fans που στηρίζουν αυτό που κάνεις. Και πρέπει να μάθεις να το τρέχεις. Θέλει τεράστιες θυσίες. Χάνεις πολλά πράγματα και, κυρίως, δεν είσαι πάντα εκεί όταν πρέπει να είσαι. Χαρές, λύπες, γεννήσεις, γάμοι, γεγονότα, σημαντικές στιγμές ανθρώπων που αγαπάς. Η ζωή πίσω συνεχίζει κανονικά ενώ εσύ βρίσκεσαι κάπου αλλού. Φυσικά ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μάς επιτρέπει να επικοινωνούμε πολύ πιο εύκολα και άμεσα, με όλα τα καλά και τα κακά που έχει κι αυτό. Αλλά η φυσική απουσία παραμένει. Και υπάρχει μια πολύ περίεργη αντίφαση σε όλο αυτό: είσαι ταυτόχρονα παντού στον κόσμο και τελικά δεν είσαι πουθενά. Είσαι σε ένα van, σε ένα αεροδρόμιο, σε ένα backstage, σε ένα venue. Μπορεί να έχεις περάσει από εκατοντάδες πόλεις και χώρες, αλλά αν δεν προσέξεις, τελικά αυτό που έχεις δει είναι δρόμοι, parking, ξενοδοχεία και backstages. Τα τελευταία χρόνια προσπαθούμε συνειδητά να μην είναι έτσι.
Έχουμε αποκτήσει και μια καλύτερη ποιότητα ζωής στον δρόμο και προσπαθούμε, όσο μας το επιτρέπει το πρόγραμμα, να υπάρχουμε πραγματικά στα μέρη που επισκεπτόμαστε. Να πιούμε έναν ωραίο καφέ, να πάμε σε ένα ωραίο bar, δισκάδικο ή να δούμε μια έκθεση σε ένα μουσείο, ή μια ωραία πλατεία, η μία βιβλιοθήκη, να παρακολουθήσουμε μια άλλη μπάντα στο festival, να περπατήσουμε σε μια πόλη, να μάθουμε την ιστορία της, να γνωρίσουμε ανθρώπους. Να μην είμαστε απλώς περαστικοί που έρχονται, παίζουν και φεύγουν. Δεν θέλω όμως να ακουστεί σαν παράπονο. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η ζωή. Είναι η ζωή μου και είναι αυτό που πάντα ήθελα να κάνω, οπότε αισθάνομαι τυχερός και χαρούμενος που μπορώ ακόμα να το κάνω. Απλώς όσο μεγαλώνουμε καταλαβαίνουμε λίγο περισσότερο και το τίμημά του και, εντάξει, κακά τα ψέματα, είναι σκληρό και δύσκολο, που σου αφήνει και στο πνεύμα αλλά και στο σώμα στίγμα.
Βέβαια, καμιά φορά έχει και τα πλεονεκτήματά του. Κάτι Χριστούγεννα, κάτι Πάσχα και κάτι καρναβάλια που μπορεί να αρχίσουν να γίνονται λίγο βαρετά… (είναι βαρετά, μην κρυβόμαστε χαχα) εμείς μπορεί να είμαστε τυχεροί και να φεύγουμε για tour! Hell yeah! (γέλια)

Ως ακροατές, τι είναι η συναυλία στο μυαλό σας;
Έχω ένα γνωμικό που το λέω εδώ και χρόνια: άπαξ και περάσεις το κατώφλι και βρεθείς στην άλλη πλευρά της σκηνής, δεν γυρνάς ποτέ πραγματικά πίσω. Και αυτό είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα. Γιατί από τη στιγμή που αρχίζεις να παίζεις επαγγελματικά, με ή χωρίς εισαγωγικά, δεν πρόκειται να ξαναδείς ένα live ακριβώς όπως το έβλεπες όταν ήσουν πιτσιρικάς και αγνός και γεμάτος περιέργεια, σχεδόν tabula rasa. Θυμάμαι τον εαυτό μου μικρό, πριν αρχίσω να παίζω ή όταν απλώς γρατζούναγα λίγο την κιθάρα, και ήταν τελείως διαφορετικό. Μετά αρχίζεις αναπόφευκτα να βλέπεις και άλλα πράγματα. Τον ήχο, τον εξοπλισμό, τη σκηνή, την παραγωγή, πώς παίζει ο άλλος, τι συμβαίνει γύρω του. Προσωπικά δεν αφήνομαι πλέον τόσο εύκολα σε μια συναυλία και αυτό το έχω σαν παράπονο. Από την άλλη, λόγω αυτής της ζωής έχουμε υπάρξει τρομερά τυχεροί. Έχουμε μοιραστεί festival και σκηνές με μπάντες και καλλιτέχνες που μεγαλώσαμε μαζί τους, που τους είχαμε αφίσες στο δωμάτιό μας και ξαφνικά μπορεί να τους βλέπεις από το πλάι της σκηνής. Έχουμε βρεθεί στο Hellfest και σε τόσα άλλα festival και έχουμε δει πράγματα που ως πιτσιρικάδες ούτε θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Αλλά ακόμα κι εκεί υπάρχει αυτή η διαφορά: τους βλέπεις από το backstage, από το artist area. Δεν είσαι ακριβώς ο ίδιος fan που ήσουν κάποτε.
Υπάρχουν βέβαια στιγμές που αυτό σπάει. Πέρυσι, για παράδειγμα, πήγα με παιδικούς μου φίλους να δούμε Dream Theater μαζί με Mastodon, που ακούγαμε από τα δώδεκα-δεκατέσσερά μας. Μπορεί να μην είμαι πλέον εδώ και χρόνια προσωπικά τόσο κοντά σε αυτόν τον ήχο των Theater, αλλά πήγαμε, είδαμε ολόκληρο το live και για κάποιες ώρες ξαναγίναμε και νιώσαμε ultimate fans. Και αυτό ήταν γαμάτο. Γιατί τελικά αυτό είναι η συναυλία για μένα. Αν σε κρατάει, αν αρχίζει να σου κουνιέται το κεφάλι χωρίς να το καταλάβεις, αν γίνεσαι ένα με τον διπλανό σου, αρχίζετε να κοπανιέστε, να σπρώχνεστε, φεύγουν οι μπίρες δεξιά κι αριστερά και κάποια στιγμή βρίσκεσαι μέσα στο pit χωρίς καν να καταλάβεις πώς μπήκες, τότε κάτι έχει συμβεί. Είναι αυτή η διονυσιακή υπέρβαση. Για κάποιες στιγμές τα πνεύματα εξεγείρονται και προσπαθούν να απελευθερωθούν από τα δεσμά τους. Αυτό είναι το live. Και ίσως ένα από τα live που το έχω νιώσει πιο ολοκληρωτικά ήταν οι Sunn O))) στο Gagarin. Δεν ξέρω αν πρόκειται να ξαναζήσω εύκολα κάτι τέτοιο. Μιλάμε για ισχύ, ηλεκτρισμό, όγκο και δονήσεις με μιάμιση νότα. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Εκεί δεν αναλύεις πλέον τι κάνει ο μουσικός απέναντί σου. Απλώς μπαίνεις μέσα σε αυτό και το σώμα σου το βιώνει. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η συναυλία στην πιο καθαρή της μορφή. Ήταν ένα Πράγμα που ξεπερνούσε τη συναυλία, απλά σαν θέαση, ήταν ένα τελετουργικό.
Θα τα πούμε στο Χιλιομόδι, παιδιά. Και επειδή εσείς το γνωρίζετε καλά το χωριό σας, αν πεινάσουμε, τι προτείνετε να παραγγείλουμε στις ταβέρνες εκεί για να φάμε;
Ε, τώρα εντάξει… ξέρετε τι θα παραγγείλετε! Αλλά μη φάμε και κανένα cancel, οπότε θα τα βρείτε μόνοι σας (γέλια). Εμπιστευτείτε τους locals και τους ανθρώπους που θα σας φιλοξενήσουν εκεί, είτε πάτε για φαγητό είτε για ποτό. Ξέρουν αυτοί, θα σας καθοδηγήσουν σωστά. Ελάτε με όρεξη και πιστεύω ότι θα περάσετε πολύ όμορφα. Θα χαρούμε πραγματικά να σας δούμε όλους εκεί. Να είστε καλά και ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη.

















